τρομοκρατούμαι

τρομοκρατούμαι
τρομοκρατούμαι, τρομοκρατήθηκα, τρομοκρατημένος βλ. πίν. 74
——————
Σημειώσεις:
τρομοκρατούμαι : στον απλό προφορικό λόγο απαντάται και η κλίση κατά το αγαπιέμαι (βλ. πίν. 59 ), κυρίως στον παρατατικό (τρομοκρατιόμουν).

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • καταπτύρομαι — (Α) εκφοβίζομαι, τρομοκρατούμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + πτύρομαι «τρομοκρατούμαι, εκφοβίζομαι»] …   Dictionary of Greek

  • αιματοκόβω — και κόφτω 1. παθαίνω εκχύμωση τού αίματος από χτύπημα 2. φοβίζω, τρομάζω κάποιον, τού «κόβω το αίμα» 3. τρομάζω, τρομοκρατούμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < αίμα + κόβω. ΠΑΡ. αιματόκομμα] …   Dictionary of Greek

  • καταδεδίττομαι — (Α) 1. καταφοβίζω, τρομοκρατώ 2. τρομοκρατούμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + δεδίττομαι «τρομοκρατώ, φοβάμαι»] …   Dictionary of Greek

  • κατατρομάζω — (επιτ. τ. τού τρομάζω) 1. τρομάζω κάποιον υπερβολικά, εκφοβίζω, τρομοκρατώ, καταφοβίζω 2. (αμτβ.) τρομάζω πολύ, τρομοκρατούμαι, καταλαμβάνομαι από φόβο, πανικοβάλλομαι …   Dictionary of Greek

  • πανικοβάλλω — 1. προκαλώ πανικό 2. μέσ. πανικοβάλλομαι κυριεύομαι από πανικό, μέ πιάνει μεγάλος φόβος για κάτι, τρομοκρατούμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < πανικός + βάλλω «ρίχνω, χτυπώ»] …   Dictionary of Greek

  • τρομοκρατώ — έω, Ν 1. εμπνέω ζωηρό φόβο, φοβίζω πολύ 2. διενεργώ τρομοκρατικές πράξεις 3. εξουσιάζω με την τρομοκρατία 4. (μεσ. και παθ.) τρομοκρατούμαι κυριεύομαι ή διακατέχομαι από τρόμο. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρομοκράτης. Το ρ. μαρτυρείται από το 1880 στον Ιωάνν.… …   Dictionary of Greek

  • φαντάζω — ΝΑ, και σφαντάζω και διαλ. τ. φαντάσσω Ν 1. προκαλώ θαυμασμό ή κατάπληξη, προξενώ ζωηρή ή καλή εντύπωση, έχω ωραία ή επιβλητική όψη, κάνω αίσθηση με τη θωριά μου (α. «κι εφάνταζε, καθώς φαντάζει ασύγκριτη και στον ξύπνο», Παλαμ. β. «φαντάζειν… …   Dictionary of Greek

  • λαχταράω — / λαχταρώ, λαχτάρησα βλ. πίν. 58 Σημειώσεις: λαχταρίζω – λαχταράω : δεν πρέπει να συγχέονται οι έννοιες των δύο ρ. Το λαχταρίζω σημαίνει → σκιρτάω, σπαρταράω / τρομάζω, τρομοκρατούμαι, ενώ το λαχταράω → επιθυμώ έντονα …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • λαχταρίζω — λαχταρίζω, λαχτάρισα, λαχταρισμένος βλ. πίν. 33 Σημειώσεις: λαχταρίζω – λαχταράω : δεν πρέπει να συγχέονται οι έννοιες των δύο ρ. Το λαχταρίζω σημαίνει → σκιρτάω, σπαρταράω / τρομάζω, τρομοκρατούμαι, ενώ το λαχταράω → επιθυμώ έντονα …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • πανικοβάλλω — πανικόβαλα, πανικοβλήθηκα, πανικοβλημένος 1. μτβ., προκαλώ πανικό, τρομάζω: Οι πρώτες σεισμικές δονήσεις πανικόβαλαν τον κόσμο. 2. μέσ., πανικοβάλλομαι με πιάνει πανικός, τρομοκρατούμαι: Ο κόσμος πανικοβλήθηκε περισσότερο από τις ανεύθυνες… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”